Οι αναρτήσεις μέσα από τις φωτογραφίες

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Νιώθουμε δυστυχισμένοι, δεν είμαστε




Μια πολύ γνωστή έρευνα καθηγητών του Πρίνστον το 2010 επιβεβαίωσε με data κάτι που λίγο-πολύ ξέραμε ήδη: Τα λεφτά όντως φέρνουν την ευτυχία. Αλλά μόνο μέχρι ενός σημείου. Φαίνεται πως όσο περισσότερα λεφτά βγάζουν οι άνθρωποι, τόσο πιο ευτυχισμένοι είναι, μέχρι ένα όριο, πάνω από το οποίο παύει να αυξάνεται η ευτυχία.
Η έρευνα έγινε στις ΗΠΑ, και το όριο ήταν γύρω στις $75.000 το χρόνο. Άνθρωποι που βγάζουν περισσότερα, λέει, δεν γίνονται πιο ευτυχισμένοι, όσα κι αν βγάζουν. Το ίδιο ισχύει και στο επίπεδο των κρατών, σύμφωνα με το διάσημο “Παράδοξο του Ίστερλιν”, από το όνομα του οικονομολόγου που το εισήγαγε το 1974: Από ένα σημείο και πάνω, η αύξηση του ΑΕΠ μιας χώρας δεν αυξάνει την ευτυχία των πολιτών. 
Η ευτυχία τους, υπονοοεί το παράδοξο, επηρεάζεται από άλλους παράγοντες.
Το θέμα της ευτυχίας των πολιτών ως ζητούμενο της πολιτικής δεν είναι καινούριο, έχει συζητηθεί εκτενώς, ιδίως από τότε που το Μπουτάν έγινε το πρώτο κράτος στον κόσμο που υιοθέτησε πολιτικά την ευτυχία ως στόχο, πλάι στους συνήθεις, πιο εύκολα μετρήσιμους οικονομικούς, εργασιακούς και κοινωνικούς.
Γι’ αυτό μου προξένησε απορία ένας νέος δείκτης που σκάρωσε το CATO Institute, ο “Misery Index”, που μετράει τη δυστυχία σε 109 χώρες του κόσμου. Ένας “δείκτης μιζέριας”, ας πούμε. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν τα κριτήρια: Ο δείκτης λαμβάνει υπ’ όψιν τα στοιχεία κάθε χώρας στα θέματα της ανεργίας, του πληθωρισμού, των επιτοκίων δανεισμού και του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, μόνο οικονομικά στοιχεία δηλαδή. Στη λίστα η Ελλάδα είναι 13η, μια από τις πιο δυστυχισμένες χώρες του κόσμου, με περισσότερη μιζέρια από το Μπανγκλαντές, το Ιράκ και τη Νικαράγουα. Η Ισπανία είναι ακόμα χειρότερα από εμάς, 11η στη λίστα.
Μου φαίνεται κάπως ανοίκεια η ιδέα ότι η ζωή στην Ελλάδα ή στην Ισπανία είναι πιο “μίζερη” από ό,τι στις περισσότερες χώρες του κόσμου, δε συμφωνείτε; Είναι μάλλον λάθος στον ορισμό: Δεν μετριέται η δυστυχία έτσι. 
Η ευτυχία είναι ευρύτερη έννοια, περιλαμβάνει ένα σωρό παράγοντες, πράγμα που εξηγεί γιατί τα παιδάκια που παίζουν στις παραγκουπόλεις της Ινδίας μπορούν μια χαρά να νιώθουν ευτυχία και γιατί οι πολίτες της Ελλάδας, μιας χώρας ηλιόλουστης και όμορφης, που βρίσκεται ακόμα ανάμεσα στις 40 πλουσιότερες του κόσμου, δεν μπορεί να χαρακτηρίζονται “δυστυχισμένοι” μόνο και μόνο επειδή η χώρα τους έχει υψηλά spreads και μεγάλη ανεργία.
Υπάρχουν άλλοι δείκτες που μετράνε αυτούς τους παράγοντες με μεγαλύτερη ακρίβεια. Ο “Human Development Index” των Ηνωμένων Εθνών, ας πούμε, προσμετράει παράγοντες ενδεικτικούς της ποιότητα ζωής σε κάθε χώρα, ανάμεσα στους οποίους είναι η εκπαίδευση, το προσδόκιμο ζωής, τα ποσοστά αναλφαβητισμού και άλλοι. Αυτός είναι ο δείκτης που χρησιμοποιείται για να χωρίζει τις χώρες σε ανεπτυγμένες, αναπτυσσόμενες και υποανάπτυκτες. 
Η Ελλάδα στην έκθεση του 2014 είναι ακόμα στις ανεπτυγμένες χώρες, στην 28η θέση της βαθμολογίας (από 187 στο σύνολο). Ή υπάρχει και ο “Legatum Prosperity Index” που βαθμολογεί τις χώρες με βάσει παράγοντες που συνεισφέρουν στη γενικότερη “ευημερία”, όπως η υγεία, η ασφάλεια και οι ατομικές ελευθερίες, και σ’ αυτή τη λίστα είμαστε στην 59η θέση ανάμεσα σε 142 χώρες.
Υπάρχουν κι άλλες μελέτες που δείχνουν ότι στους περισσότερους μετρήσιμους παράγοντες που επηρεάζουν την ευτυχία των πολιτών (με εξαιρέσεις, βεβαίως, όπως το θέμα του κοινωνικού κεφαλαίου) είμαστε μια χαρά.
Τότε γιατί νιώθουμε τόσο χάλια;
Όντως νιώθουμε χάλια. Κι αυτό επίσης είναι τεκμηριωμένο από τις έρευνες. Στη μεγάλη “World Happiness Report” του ΟΗΕ, που δημοσιεύτηκε το 2012, και στα πλαίσια της οποίας πολίτες από 150 χώρες ρωτήθηκαν “πόσο ευτυχισμένοι είστε”, βγήκαμε 70οι. Και η έρευνα έγινε μόνο στα πρώτα χρόνια της κρίσης. Η έρευνα “Global Indicators” του Pew Research Center, που έχει και φετινά νούμερα, έδειξε ότι οι Έλληνες είναι οι πιο απογοητευμένοι από όλους (44 χώρες) όσον αφορά την κατάσταση της χώρας τους, και οι πιο απαισιόδοξοι για το μέλλον.
Γιατί είμαστε τόσο δυστυχισμένοι, την ώρα που οι δείκτες δεν δικαιολογούν τόση δυστυχία;
Η απάντηση είμαι μάλλον η εξής: Το παράδοξο του Ίστερλιν δεν λειτουργεί αμφίδρομα. Μπορεί από ένα ΑΕΠ και πάνω η αύξηση της οικονομικής ευημερίας να μην οδηγεί σε αύξηση της ευτυχίας, αλλά το αντίθετο φαίνεται ότι δεν ισχύει. 
Πράγματι, πρόσφατη έρευνα του οικονομολόγου Γιαν Εμανουέλ Ντε Νέβε στο LSE έδειξε ότι η επιρροή των οικονομικών αλλαγών στην ευτυχία των πολιτών είναι έξι φορές πιο ισχυρή όταν οι αλλαγές είναι αρνητικές. Η αύξηση του ΑΕΠ όντως δεν αυξάνει αισθητά την ευτυχία των πολιτών -η μείωσή του, όμως, την ελαττώνει ραγδαία.
Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει χάσει σχεδόν το 30% του ΑΕΠ της, και μπορεί σύμφωνα με τα νούμερα και τους δείκτες της να μην είμαστε τεκμηριωμένα δυστυχείς, αλλά η απώλεια μας κάνει να νιώθουμε δυστυχείς.
Κι είναι, εν μέρει, το ίδιο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: